επώνυμος

επώνυμος
η , ο [ος , ον ]
1) носящий чьё-л. имя, назван- ный в честь (кого-чего-л.);

§ επώνυμος ρόλος — заглавная роль


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "επώνυμος" в других словарях:

  • ἐπώνυμος — given as a significant name masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επώνυμος — η, ο (AM ἐπώνυμος, ον) 1. αυτός που έχει πάρει την ονομασία του από κάποιον ή από κάτι, που έχει ονομαστεί λόγω τού δεσμού του με κάποιον ή κάτι (α. «η Αθήνα επώνυμη τής Αθηνάς» β. «ὁ τῆς εὐσεβείας ἐπώνυμος, Ευσ. γ. «ὦ Πολύνεικες, ἔφυς ἄρ’… …   Dictionary of Greek

  • επώνυμος — η, ο επίρρ. α 1. ο ονομασμένος, που έχει το όνομά του (το επώνυμο), ο γνωστός με το επώνυμό του: Οι επώνυμοι και ανώνυμοι ήρωες του 1821. 2. που γίνεται με το επώνυμο, που συνοδεύεται με αυτό, ο υπεύθυνος: Επώνυμη καταγγελία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπωνύμως — ἐπώνυμος given as a significant name adverbial ἐπώνυμος given as a significant name masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπώνυμον — ἐπώνυμος given as a significant name masc/fem acc sg ἐπώνυμος given as a significant name neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эпоним — (έπώνυμος = названный по имени кого либо или дающий имя кому либо): 1) в Аттике эпонимами назывались герои, именем которых были обозначены аттические филы, а именно Эрехтей, Эгей, Пандион, Леонт, Акамант, Ойней, Кекроп, Гиппофоонт, Аянт и Антиох …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Τεγεάτης — Επώνυμος ήρωας και ιδρυτής της Τεγέας. Ήταν γιος του Λυκάονα και σύζυγος της κόρης του Άτλαντα Μαίρας. Ως γιοι του αναφέρονται οι Σκέφρος, Χειμών, Κύδων, Aρχήδιος και Γόρτυς. Άγαλμά του υπήρχε στην αγορά της Τεγέας. * * * (I) ο, ΝΑ, θηλ.… …   Dictionary of Greek

  • ἐπωνύμοις — ἐπώνυμος given as a significant name masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωνύμου — ἐπώνυμος given as a significant name masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωνύμους — ἐπώνυμος given as a significant name masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωνύμων — ἐπώνυμος given as a significant name masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»